Η μοναξιά που θέλει να ακολουθήσει μια πορεία χωρίς επιστροφή αφήνοντας χώρο μέσα στο άπλετο της καρδιάς για μια θέση στο όνειρο. Και διαπιστώνεις πως ο χώρος αυτός τελικά είναι τόσος δα μικρός που χωράει δυο ψυχές και δυο ανάσες περιτριγυρισμένες από αμέτρητα θέλω και άλλα τόσα μπορώ. Κι αν κάποια από αυτά τα θέλω απαιτούν θυσίες, αλήθεια, πόσο έτοιμος είσαι να θυσιάσεις και να θυσιαστείς στο βωμό τους; Να ρίξεις με όλη σου τη δύναμη ένα βότσαλο και να στροβιλιστείς μαζί με τους κύκλους που θα σχηματιστούν όχι μόνο στην επιφάνεια μα και στο βυθό; Θα το κάνεις;
Μίλησες για στιγμές που θα έρθουν, αφήνοντας πίσω μια ψυχή και μια σάρκα να φωνάζουν από αγωνία και πόνο χωρίς να μπορούν να πράξουν κάτι. Μονάχα ελπίζουν, μα ταυτόχρονα πονούν. Και το βράδυ σαν φτάνει, η ψυχή ματώνει γιατί αυτό το απροσδιόριστο της ρουφάει όση ελπίδα έχει απομείνει και η σάρκα μένει ένα κουφάρι που κάποιος επιδέξια ρούφηξε όλη τη ζωή από μέσα. Μα σαν ξημερώνει, η ελπίδα ξανανθίζει, η ψυχή αναγεννάται και από τη σάρκα αναβλύζουν όλες οι μυρωδιές της προσμονής. Και όλα αυτά μαζί χορεύουν στο ρυθμό ενός φαύλου κύκλου χωρίς αρχή και τέλος, σαν μια ικεσία σε κάποιο Θεό. Κάθε μέρα μια πληγή επουλώνεται και μια άλλη ανοίγει και σαν έρθει το βράδυ πνίγονται σε έναν λυγμό με την μάταιη ελπίδα πως θα εισακουστούν. Και πάλι έφτασε το βράδυ...

















































































