Οι επόμενοι μήνες, αποζημίωσαν με το παραπάνω την καρδιά, ακόμα και τις δύσκολες στιγμές που έπρεπε μέσα μου να ισορροπήσω στο τεντωμένο σχοινί της απουσίας και της παρουσίας. Φίλους καλούς μου έκανα την υπομονή και την επιμονή και ένιωθα σαν να ανεβαίνω μικρά σκαλοπατάκια προς την ωριμότητα. Κάποιες στιγμές ένιωθα πως ο αυθορμητισμός μου γλιστρούσε μέσα από τα χέρια μου αλλά στην πορεία τον ξαναέβρισκα. Θα με ρωτήσεις πώς τα κατάφερνα, αλλά δεν είναι δύσκολο για έναν άνθρωπο που πιστεύει ότι η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία. Υπήρχαν στιγμές που λύγισα σε αυτές τις 365 περίπου μέρες που πέρασαν.
Υπήρχαν στιγμές που ένιωθα τον εαυτό μου ένα με το κρεβάτι μου, γιατί ήταν το μόνο ανάμεσα σε άψυχα και έμψυχα που μπορούσε να ακούσει τη σιωπή μου, να ρουφήξει το δάκρυ μου και να αφουγκραστεί την καρδιά μου να χτυπά δυνατά. Ακόμα και πριν από μερικούς μήνες, το καλοκαίρι, όταν το άπιαστο και το ιδανικό συναντούσε τον πόνο και το αβέβαιο για το επόμενο δευτερόλεπτο. Τη μια στιγμή άγγιζα και ένιωθα να ζω κάθετί μικρό και ταυτόχρονα σπουδαίο και την αμέσως επόμενη, δεν ήξερα αν θα αντίκρυζα ξανά την πηγή αυτής της ευτυχίας. Και οι μέρες κυλούσαν κάπως έτσι, σαν σκωτσέζικο ντουζ. Δεν το μετάνιωσα όμως, ούτε για ένα δευτερόλεπτο. Και πέρασαν κάπως έτσι οι μήνες με όρια τα οποία ξεπεράστηκαν, προσπεράστηκαν μα ποτέ δεν ξεχάστηκαν.
Και πώς μπορούσαν άραγε να λησμονηθούν; Όταν ζεις για αυτή τη μία στιγμή, τη μοναδική, χωρίς να ξέρεις πότε θα έρθει να σου χτυπήσει την πόρτα της ζωής σου, χωρίς να ξέρεις πότε θα μπορέσεις να αναπνεύσεις βαθιά, με αναπνοή ολόκληρη, όχι μισή, όχι κομμένη σε μικρά πώς, που, πότε. Και μια μέρα μόνο του πατήθηκε το πλήκτρο του χθες, με ήχους και εικόνες σαν τα δάχτυλά μου ταυτόχρονα να ακουμπούσαν το control και το copy και στη συνέχεια το control και το paste. Όταν το χθες ήρθε στο σήμερα σαν από ταινία ασπρόμαυρη απαιτώντας το δικό του χώρο εντός κι εκτός. Όλα ίδια μα ταυτόχρονα όλα τόσο διαφορετικά. Σαν να μεγάλωσα για μια ακόμη φορά απότομα. Δε ξέρω γιατί, όμως κάθε που αλλάζει ο χρόνος νιώθω όπως θα έπρεπε να αισθάνομαι όταν έχω γενέθλια, μα τότε μοιάζει σαν να σβήνω ένα ακόμη κεράκι από το νήμα της δικής μου ζωής. Σαν να μεγαλώνω κάθε πρωτοχρονιά. Παράξενο; Ίσως..
Σε λίγες ώρες θα πρέπει να φύγω από την καθημερινότητά μου, να πάω να συναντήσω ανθρώπους μου αγαπημένους. Την οικογένειά μου. Πόσες μέρες και νύχτες δεν είμαι κοντά τους.. Ταυτόχρονα, θα αφήσω πίσω μου άλλους αγαπημένους μου ανθρώπους, που ξέρω ότι θα περιμένουν να επιστρέψω. Ανάμεσα σε εκείνους και κάποιος που μπορεί οι στιγμές που μας χωρίζουν να είναι τόσες πολλές, μα όχι περισσότερες από εκείνες που μας ενώνουν.

Ξέρω καλά πως τις νύχτες αυτές η νοσταλγία μοιάζει με θηρίο που δεν μπορείς να τιθασεύσεις εύκολα. Κοιτώντας έξω από το παράθυρο, στο δρόμο με τα δεκάδες αυτοκίνητα να σε προσπερνούν. Όλοι βιάζονται να βρεθούν κοντά στους ανθρώπους που αγαπούν. Να νιώσουν λίγο τη ζεστασιά τους, να χωθούν στην αγκαλιά τους, να χαρίσουν το πιο ευτυχισμένο τους χαμόγελο. Να μοιραστούν στιγμές. Να δώσουν, να πάρουν...
Κι αν κάποιος είναι μακριά; Κι αν μένουν μέσα σου όλα εκείνα που θέλεις να χαρίσεις, να μοιραστείς και να λάβεις; Ανισόπεδοι κόμβοι σε δρόμους σκοτεινούς. Μα πάντα δεν υπάρχει μέσα σου αναμμένο ένα φωτάκι ελπίδας;
Κομμάτια εδώ, κομμάτια εκεί.. πασπαρτού... κι εγώ κάπου ανάμεσα μετέωρη να προσπαθώ να ισορροπήσω, να ηρεμήσω, να βρω την αφετηρία μου, το ταξίδι μου, τον προορισμό μου κι ας έχω χάσει όλους τους χάρτες και τις πυξίδες μου...
Καλά Χριστούγεννα και Καλή Χρονιά να έχουμε. Με ταξίδια ψυχής και καρδιάς... και προσανατολισμό... χμμ... ας μην είναι προκαθορισμένος... μονάχα αληθινός.
Σας φιλώ...